
Microstory
μικροσκοπικές ιστορίες γραφής
Αγάπησα την Ανθρωπότητα!
Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη*
* Η Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη γεννήθηκε το 1965 στη Βουλιαγμένη Ηλείας όπου κι έζησε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια.
Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έφυγε απ’ τη γενέτειρά της κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πάτρα όπου σπούδασε, παντρεύτηκε και δημιούργησε τη δική της οικογένεια.
Εργάστηκε για είκοσι τρία χρόνια στον τομέα της Υγείας ως Νοσηλεύτρια σε μονάδα νεογνών. Έχει μελετήσει παιδική ψυχολογία κι έχει παρακολουθήσει τέσσερα χρόνια μαθήματα σχεδίου και χρώματος σε ιδιωτικά καλλιτεχνικά εργαστήρια της πόλης όπου διαμένει.
Είναι παντρεμένη και μητέρα τριών τέκνων.
Ως τώρα περνάει τον χρόνο της αφοσιωμένη στην οικογένειά της και στις μεγάλες της αγάπες: τη μελέτη, τη συγγραφή και τη ζωγραφική.
Είναι τακτικό μέλος της Διεθνής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών, και των Νέων Καλλιτεχνών Πάτρας.
Είναι ενεργό μέλος λογοτεχνικών περιοδικών, όπου δημοσιεύουν στίχους της και κείμενά της.
Έχει λάβει μέρος σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς καθώς και σε διαγωνισμούς ζωγραφικής, όπου στίχοι της και εικαστικά της έργα έχουν πάρει τιμητικές διακρίσεις και βραβεία.
Επικοινωνήστε με τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη
Γέμισες τη ζωή που σου χαρίστηκε
με ερμηνείες ανέγγιχτες και συντριμμένες ιδέες
που ποτέ, κανείς, δεν μπόρεσε να τις κατανοήσει.
Μετέφρασες το γέλιο και το δάκρυ
με πρωτότυπα σκηνικά,
αλλά,
οι ηθοποιοί σου έπαιξαν αδέξια τον ρόλο τους
με μεταμφιέσεις ετεροχρονισμένες.
Ζητούσαν σκηνικά φτηνά, μπογιατισμένα με υδρόχρωμα
πάνω σε χαρτί που λιώνει.
Η Ιαχή του φιλιού και του θρήνου σου
ακουγόταν μεταλλασσόμενη καθώς έπεφτε
σε τοίχους υπεροψίας.
Εσύ προσπάθησες κι έδωσες ό,τι κι αν είχες!
Το μυαλό σου τσάκιζες,
ν' ανακαλύψεις καλοτραγούδιστες λέξεις.
Γλυκιά συγγένεια προσπάθησες να κάνεις,
με το φως και τη σκιά.
Με το ραβδί της γνώσης σου χάραζες δρόμους
και με λευκό μαντήλι χαιρετούσες.
Αλλά,
οι δρόμοι σου γέμισαν υπνοβάτες,
που ποτέ δεν άνοιξαν τα μάτια να σε αντικρύσουν.
Μόνο σαν έφτασες στο τέρμα,
η ανατολή τους χτύπησε τα μάτια
και ξύπνησαν τρομαγμένοι.
Τότε,
κατάλαβαν την αξία σου κι όλα όσα έχασαν μαζί σου.
Έπειτα, ήσυχα ταξίδεψες...
Ανακουφισμένος,
πως είχες κάνει αυτό που η συνείδηση σε πρόσταζε.
Ήσυχος, με μια απέραντη σιωπή, κουραστική.
Δεν ζήτησες ποτέ σου προβολείς και φώτα.
Το τραγούδι σου ακουγόταν μοναχικό στο σκοτάδι
σε έρημη πολιτεία.
Υποκλίθηκες στους Θεούς
και σου αποκάλυψαν την θεότητά τους.
Έπειτα,
ανακάλυψες την μικρότητά σου
και την θνητή σου εικόνα.
Σαν αηδονάκι τραγουδούσες τους θρήνους σου
με τέχνη περιζήτητη και υπερφυσική
ταπείνωση.
Γυμνός δεχόσουν τις πισώπλατες μαχαιριές
κι έσφιγγες τα δόντια ν' αντέξεις.
Στήριγμα είχες τους Θεούς, τις πλάτες σου
και τα όνειρά σου.
Δεν μπόρεσε ποτέ,
κανείς,
να συντρίψει την αθωότητά σου!
Πλάστηκες απ' τους Θεούς για το Θεό και τους ανθρώπους
κι αυτό το γνώριζες από αρχής,
στρώνοντας στο διάβα σου με ροδοπέταλα τους δρόμους
μέχρι να φτάσεις εκεί που ξεκίνησες.
Ήσυχος.
Με μια απέραντη, ακούραστη σιωπή!
(Οι στίχοι ανήκουν στην ποιητική συλλογή: ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΩΡΙΩΝΑ).

